Ουσίες που ρυθμίζουν την ηλεκτρική δραστηριότητα της καρδιάς. Παρά τη δράση τους, απαιτούν προσοχή καθώς μπορεί να προκαλέσουν νέες αρρυθμίες (προαρρυθμική δράση).
Τα αντιαρρυθμικά χορηγούνται για τη διακοπή ή πρόληψη αρρυθμιών. Ωστόσο, η παρουσία αρρυθμιών σε ασθενείς με χρόνιο έμφραγμα αποτελεί συχνά αντένδειξη για πολλά από αυτά.
Πριν τη χορήγηση, πρέπει πάντα να εξετάζεται αν η αρρυθμία οφείλεται σε υποκείμενη αιτία (π.χ. ισχαιμία, καρδιακή ανεπάρκεια) που πρέπει να αντιμετωπιστεί κατά προτεραιότητα.
Η ιστορική μελέτη CAST αποκάλυψε ότι ορισμένα αντιαρρυθμικά της Τάξης Ι αύξησαν τον αριθμό των αιφνίδιων θανάτων σε ασθενείς μετά από έμφραγμα, αντί να τους μειώσουν. Αυτό άλλαξε ριζικά τον τρόπο χρήσης τους παγκοσμίως.
Χωρίζονται σε υποκατηγορίες (Ia, Ib, Ic) και πλέον χρησιμοποιούνται σπάνια λόγω της προαρρυθμικής τους δράσης, με κύρια εξαίρεση την Προπαφαινόνη.
Ενδείξεις: Πρόληψη ή αποκατάσταση κολπικής μαρμαρυγής σε υγιή καρδιά.
Προσοχή: Απαγορεύεται σε καρδιακή ανεπάρκεια ή στεφανιαία νόσο.
Ενδείξεις: Οξείες κοιλιακές αρρυθμίες (κυρίως σε έμφραγμα). Μόνο ενδοφλεβίως.
Είναι τα ασφαλέστερα αντιαρρυθμικά. Αναστέλλουν την επίδραση της αδρεναλίνης στην καρδιά, μειώνουν τον αυτοματισμό και προστατεύουν από τη διέγερση του συμπαθητικού.
Δείτε τις λεπτομέρειες για τη δράση και τα είδη στο ειδικό άρθρο για τους β-αναστολείς.
Παρατείνουν το δυναμικό ενέργειας. Είναι από τα ισχυρότερα φάρμακα για σοβαρές αρρυθμίες.
Το «βαρύ πυροβολικό» της καρδιολογίας. Χορηγείται και σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια.
Συνδυάζει δράση β-αναστολέα και τάξης ΙΙΙ.
Δρουν κυρίως στον κολποκοιλιακό κόμβο. Χρησιμοποιούνται κυρίως για τον έλεγχο της συχνότητας σε υπερκοιλιακές ταχυκαρδίες.
Εκλεκτική δράση στην καρδιά. Αποτελεσματική στην κολπική μαρμαρυγή και σε συγκεκριμένες υπερκοιλιακές ταχυκαρδίες.